Καμία σχέση με το σήμερα. Όταν ο μανάβης ερχόταν στην πόρτα σου

Η Ελλάδα παλιά...

Βλέπετε έναν οπωροπώλη με το κάρο του φορτωμένο λαχανικά. Σύμφωνα με σημείωση του φωτογράφου, ξεκινά από την κεντρική λαχαναγορά στην Αγία Τριάδα του Ψυρρή. Στη συνέχεια συνεχίζει για τους δρόμους της Αθήνας, τη δεκαετία του 1910.

Ήταν μια από τις πιο εμβληματικές και απαραίτητες φιγούρες της καθημερινότητας, ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα όπως η Αθήνα και ο Πειραιάς. Την εποχή εκείνη, η τροφοδοσία των νοικοκυριών δεν γινόταν από τα μεγάλα σούπερ μάρκετ που ξέρουμε σήμερα. Αντιθέτως, προερχόταν από τις αγορές και τους μικροπωλητές που έφερναν τα προϊόντα «στην πόρτα» του πολίτη.

Τα χαρακτηριστικά του πλανόδιου μανάβη:

  • Συνήθως χρησιμοποιούσε ένα κάρο που το έσερνε ένα άλογο ή, πιο συχνά, ένας γάιδαρος ή ένα μουλάρι. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι πιο «ευκατάστατοι» είχαν χειράμαξες (καρότσια με ρόδες που τα έσπρωχναν με τα χέρια).

  • Ο μανάβης δεν περίμενε τον πελάτη. Διέσχιζε τους δρόμους φωνάζοντας τα προϊόντα της ημέρας. Η φωνή του ήταν το «ραδιόφωνο» της εποχής για τις νοικοκυρές, που έβγαιναν στα μπαλκόνια ή στα πεζοδρόμια για να επιλέξουν τα ζαρζαβατικά τους.

  • Η γκάμα του ήταν αυστηρά εποχιακή. Τη δεκαετία του 1910 δεν υπήρχαν θερμοκήπια, ούτε εισαγωγές από την άλλη άκρη του κόσμου. Τον χειμώνα πουλούσε λάχανα, κουνουπίδια και εσπεριδοειδή, ενώ το καλοκαίρι ντομάτες, αγγούρια και φρούτα εποχής.

  • Υπήρχε μια σχέση εμπιστοσύνης. Συχνά οι μανάβηδες είχαν «σταθερούς» πελάτες σε συγκεκριμένες γειτονιές. Δεν ήταν σπάνιο να γίνονται συνεννοήσεις «βερεσέ» (με πίστωση), όπου ο μανάβης κρατούσε έναν λογαριασμό και πληρωνόταν στο τέλος της εβδομάδας ή του μήνα.

Το επάγγελμα απαιτούσε τεράστια αντοχή: ξεκινούσαν από την κεντρική αγορά (όπως η Βαρβάκειος στην Αθήνα) πριν ξημερώσει, για να προμηθευτούν τα φρέσκα εμπορεύματα απευθείας από τους αγρότες ή τους χονδρεμπόρους, και στη συνέχεια όργωναν τα σοκάκια της πόλης όλη μέρα, κάτω από οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες. Φωτογραφία Π. Πουλίδη, από το αρχείο της ΕΡΤ.

Διαδώστε το Εδώ ζεις