Όταν η Αθήνα μιλούσε αλλιώς. Η γλώσσα που βγήκε από τα λιμάνια, τα μπουζούκια, τους τεκέδες

Η Ελλάδα παλιά...

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Αθήνα, ο Πειραιάς και οι συνοικίες τους έπλασαν μια δική τους γλώσσα. Δεν γεννήθηκε στα σαλόνια. Βγήκε από τα καφενεία, τα λιμάνια, τα μπουζούκια, τους τεκέδες και τα στέκια των «μάγκων». Ήταν η γλώσσα του λαού που ζούσε στις λαϊκές γειτονιές και στις προσφυγικές συνοικίες, μετά την καταστροφή του 1922.

Ο μάγκας και ο κώδικάς του

Ο μάγκας, ο «λεβέντης» των παλιών συνοικιών, είχε δικό του ύφος, δικό του βάδισμα και δικούς του κανόνες τιμής. Το αργκό τον ξεχώριζε από τους «τζαναμπέτηδες» και τους «κυράδες», δηλαδή από όσους δεν ήταν της παρέας. Λειτουργούσε και σαν κώδικας: όποιος καταλάβαινε, ανήκε, και όποιος όχι, ήταν ξένος.

Τα ρεμπέτικα τραγούδια, με πιο γνωστούς δημιουργούς τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Βασίλη Τσιτσάνη και τη Μαρίκα Νίνου, κράτησαν ζωντανή αυτή τη γλώσσα. Σήμερα τα διαβάζουμε σαν μικρά ντοκουμέντα της εποχής.

Λέξεις και φράσεις που ακούγονταν

  • «Μάγκας»: ο άνθρωπος με κύρος στην παρέα, που δεν τον πάτησε κανείς.

  • «Μαγκιά»: η αξιοπρέπεια και το θάρρος.

  • «Ρε μάγκα μου»: φιλική προσφώνηση ανάμεσα σε φίλους.

  • «Το κόβω»: καταλαβαίνω.

  • «Τα φτιάχνω»: τα βρίσκω με κάποιον, ή πιάνω δουλειά.

  • «Μπαίνω στο χορό»: μπαίνω στην παρέα ή στον χορό και δείχνω τι αξίζω.

  • «Βαρύς»: σοβαρός και αξιοσέβαστος.

  • «Τζαναμπέτης»: ο δύστροπος, ο ευέξαπτος

  • «Τραβάω γραμμή»: προχωράω με τον δικό μου τρόπο, αδιάφορος για τους άλλους.

  • «Κάνω μπαμπεσιά»: προδίδω.

  • «Πατάω πόδι»: επιμένω, δεν υποχωρώ.

  • «Τον πέρασαν από δίκη»: τον απείλησαν ή τον τιμώρησαν για κάτι.

  • «Μπαχτσές»: ο κήπος, και μεταφορικά ο χώρος ανάπαυσης.

  • «Κέφι»: η ψυχική διάθεση, συχνά με το κρασί ή το τραγούδι.

  • «Μπουρδέλο»: ο οίκος ανοχής.

  • «Τεκές»: το στέκι όπου μαζεύονταν οι χασικλήδες.

  • «Κουτσαβάκης»: ο μάγκας με το χαρακτηριστικό κούτσα-κούτσα περπάτημα και το σκούρο, φαρδύ παντελόνι.

Από τον Πειραιά ως τη Δραπετσώνα

Τα λιμάνια ήταν το μεγάλο εργαστήρι του αργκό. Ναυτικοί, μικροπωλητές, λιμενεργάτες και πρόσφυγες από τη Σμύρνη και την Πόλη έφερναν τούρκικες, ιταλικές και αραβικές λέξεις, που ανακατεύτηκαν με τα ελληνικά της πρωτεύουσας. Έτσι μπήκαν στη γλώσσα λέξεις όπως ο «μπακάλης», το «γλέντι» και το «ντέρτι».

Ένα αποτύπωμα που έμεινε

Το αργκό εκείνης της εποχής δεν χάθηκε. Πολλές εκφράσεις επιβίωσαν στο καθημερινό λεξιλόγιο, όπως «μαγκιά», «κέφι», «τα κόβω» και «τα φτιάχνω». Η Αθήνα άλλαξε, αλλά ο ήχος εκείνης της γλώσσας συνεχίζει να ακούγεται σε ρεμπέτικες ταβέρνες, σε παλιές ηχογραφήσεις και σε κάθε παρέα που μιλά με ύφος.

Διαδώστε το Εδώ ζεις