Ο θρυλικός μεταλλικός κουμπαράς. Η νοσταλγική και ρομαντική ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής

Η Ελλάδα παλιά...

Βλέπετε τον θρυλικό μεταλλικό κουμπαρά του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου…

Η εποχή του μεταλλικού κουμπαρά του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου (από τα μέσα της δεκαετίας του ’30, αλλά κυρίως στα «χρυσά» της χρόνια, τις δεκαετίες του ’50, ’60 και ’70) είχε μια πολύ ιδιαίτερη, νοσταλγική και ρομαντική ατμόσφαιρα.

Ήταν βαριοί, μεταλλικοί (από λαμαρίνα ή ορείχαλκο), οβάλ ή κυλινδρικοί και είχαν επάνω τους έναν μοναδικό χαραγμένο αριθμό. Κάθε χρόνο, οι αριθμοί των κουμπαράδων έμπαιναν σε κλήρωση και οι εφημερίδες της εποχής δημοσίευαν τους νικητές, οι οποίοι κέρδιζαν μικρά χρηματικά έπαθλα ως επιβράβευση για την αποταμίευσή τους!

Το κλειδί του κουμπαρά το κρατούσε η ίδια η τράπεζα. Όταν ο κουμπαράς γέμιζε, το παιδί πήγαινε με τους γονείς του στο κατάστημα, ο υπάλληλος τον άνοιγε με το ειδικό κλειδί και τα χρήματα κατατίθεντο απευθείας στον πρώτο του αποταμιευτικό λογαριασμό.

Η ιεροτελεστία της «τελετής παράδοσης»

Ο μεταλλικός κουμπαράς δεν αγοραζόταν από το παιχνιδάδικο. Ήταν ένα «σοβαρό» αντικείμενο.

  • Ο πατέρας ή ο παππούς έπαιρνε το παιδί από το χέρι –ντυμένο με τα «καλά» του– και πήγαιναν στο επιβλητικό κτίριο του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου.

  • Εκεί, ο υπάλληλος παρέδιδε τον βαρύ, μεταλλικό κουμπαρά. Το παιδί ένιωθε ότι υπογράφει ένα συμβόλαιο ενηλικίωσης. Ο κουμπαράς είχε πάνω του έναν μοναδικό αριθμό και το όνομα του παιδιού γραφόταν στα μεγάλα κατάστιχα της τράπεζας.

Η καθημερινότητα στο σπίτι: Ο ήχος του «κλινκ»

Ο κουμπαράς έμπαινε σε περίοπτη θέση στο σπίτι, συνήθως πάνω στο πλεκτό σεμεδάκι του μπουφέ ή στο σύνθετο του σαλονιού. Δεν ήταν παιχνίδι· ήταν κειμήλιο.

  • Το να «ταΐσεις» τον κουμπαρά ήθελε κόπο. Τα παιδιά δεν είχαν εβδομαδιαίο χαρτζιλίκι όπως σήμερα. Ο κουμπαράς γέμιζε από τα κάλαντα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, ή από τη δραχμή που έδινε ο θείος όταν ερχόταν επίσκεψη.

  • Κάθε φορά που ένα κέρμα (μια δραχμή, ένα δίφραγκο, ένα τάληρο) έπεφτε μέσα, ο μεταλλικός, βαρύς ήχος («κλινκ») σκορπούσε χαμόγελα.

  • Επειδή δεν μπορούσαν να τον ανοίξουν τα παιδιά σήκωναν τον κουμπαρά κάθε τόσο για να καταλάβουν από το βάρος του πόσο είχε γεμίσει. Αν κουνώντας τον δεν έκανε θόρυβο, σήμαινε ότι είχε γεμίσει.

Η μεγάλη στιγμή: Το άνοιγμα

Στην τράπεζα, ο υπάλληλος έβγαζε το μαγικό, μεγάλο κλειδί. Το παιδί κοιτούσε με κομμένη την ανάσα. Ο κουμπαράς άνοιγε από κάτω και τα νομίσματα ξεχύνονταν στο τραπέζι. Ο ήχος του μετρήματος των κερμάτων από τον τραπεζικό υπάλληλο ήταν η απόλυτη δικαίωση. Τα χρήματα δεν πίπταν στην τσέπη για να αγοραστούν ζαχαρωτά· γράφονταν στο Βιβλιάριο Μικρών Αποταμιευτών. Αυτά τα χρήματα προορίζονταν για το μέλλον: «για να σπουδάσει το παιδί» ή «για να πάρει ένα ποδήλατο».

Ήταν μια εποχή που η υπομονή είχε αξία, το μέλλον χτιζόταν δραχμή-δραχμή και ο μεταλλικός κουμπαράς ήταν το σύμβολο της ελπίδας για μια καλύτερη ζωή.

Διαδώστε το Εδώ ζεις