Οι πλανόδιοι της προίκας: Το «βαρύ» καθήκον της μάνας

Η Ελλάδα παλιά...

Οι πλανόδιοι πωλητές ειδών προικός (ή «προικατζήδες», όπως τους έλεγαν συχνά) ήταν εμβληματικές φιγούρες στους δρόμους της παλιάς Αθήνας. Από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, βρίσκονταν εκεί.

Τότε που η προίκα ήταν θεσμός και το «βαρύ» καθήκον κάθε μάνας που είχε κόρη, οι πλανόδιοι αυτοί αποτελούσαν την κινητή αγορά της γειτονιάς.

Πώς λειτουργούσε αυτή η ιδιότυπη αγορά

  • Κυκλοφορούσαν στις γειτονιές (στην Πλάκα, στου Ψυρρή, αλλά και στις τότε νέες συνοικίες) είτε με το εμπόρευμα φορτωμένο στην πλάτη, είτε με χειράμαξες, και αργότερα με κάποιο τρίκυκλο.

  • Κάθε πλανόδιος είχε τη δική του χαρακτηριστική φωνή και ατάκα για να τραβήξει την προσοχή. Φώναζαν για τα «καλά σεντόνια», τις «στόφες», τα «κεντήματα» και τα «μεταξωτά».

  • Η παρουσίαση στο σπίτι: Η νοικοκυρά τούς φώναζε μέσα στην αυλή. Εκεί απλώνονταν τα τόπια με τα υφάσματα, οι δαντέλες, οι κουβέρτες και τα τραπεζομάντιλα για να τα περιεργαστούν η μάνα, η γιαγιά και η μελλοντική νύφη.

Τι περιλάμβανε η πραμάτεια τους;

Οι πλανόδιοι έφερναν ό,τι χρειαζόταν για να γεμίσει το παραδοσιακό μπαούλο της προίκας:

  1. Υφάσματα με το μέτρο: Χασέδες για σεντόνια, λινά, και μεταξωτά για τις καλές μέρες.

  2. Κουβέρτες (συχνά οι περίφημες φλοκάτες ή μάλλινα στρωσίδια), βαμβακερά σεντόνια και μαξιλαροθήκες.

  3. Είδη πολυτελείας: Δαντέλες, εργόχειρα και κουρτίνες που έδιναν κύρος στο νέο σπιτικό.

Το πιο σημαντικό στοιχείο των πλανόδιων ήταν η εμπιστοσύνη. Επειδή η αγορά της προίκας ήταν τεράστιο έξοδο για τις λαϊκές οικογένειες, οι πωλητές λειτουργούσαν και ως… τράπεζες της εποχής. Τα έδιναν με δόσεις (το λεγόμενο «τεφτέρι»). Περνούσαν κάθε εβδομάδα ή κάθε μήνα για να εισπράξουν το «κάτι τι» έναντι, μέχρι να εξοφληθεί το χρέος.

Μετά τη δεκαετία του ’60, με την αστικοποίηση και την ανάπτυξη των μεγάλων πολυκαταστημάτων στο κέντρο της Αθήνας (όπως ο Μινιόν ή ο Δραγώνας), οι πλανόδιοι προικατζήδες άρχισαν σιγά-σιγά να χάνονται. Επιπλέον, με τη σταδιακή αλλαγή των εθίμων, άφησαν πίσω τους τη νοσταλγία μιας Αθήνας που η αγορά της είχε πρόσωπο, προσωπική σχέση και πολύ κουβεντολόι στο κεφαλόσκαλο.

Διαδώστε το Εδώ ζεις