Το φονικό για μία παραγγελιά… που δίχασε την κοινωνία

Σαν Σήμερα

Το μακελειό του Νίκου Κοεμτζή παραμένει ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Αυτό συνέβη ακριβώς πριν από 53 χρόνια, τα ξημερώματα της 25ης Φεβρουαρίου 1973. Δηλαδή, μέσα στην καρδιά της δικτατορίας.

Σαν σήμερα, στις 25 Φεβρουαρίου του 1973, ο Νίκος Κοεμτζής πήγε με την παρέα του στο νυχτερινό κέντρο “Νεράιδα” στην Κυψέλη, όπου τραγουδούσε ο Καρουσάκης, για να διασκεδάσουν. Ο αδελφός του, Δημοσθένης, έκανε παραγγελιά τις “Βεργούλες” του Μάρκου Βαμβακάρη και σηκώθηκε να χορέψει.

Δύο αστυνομικοί, που βρίσκονταν στο μαγαζί εκτός υπηρεσίας, σηκώθηκαν να χορέψουν μαζί του. Ο Κοεμτζής, θεωρώντας την κίνηση προσβολή στον άγραφο νόμο της νύχτας, επιτέθηκε με μαχαίρι και σκότωσε τρεις ανθρώπους (τους δύο αστυνομικούς, Πεγιά και Χριστοδουλάκη, και άλλο ένα άτομο από την παρέα τους). Επιπλέον, τραυμάτισε και άλλους οκτώ.

24 Φεβρουαρίου 1973 - Η «Παραγγελιά» του Κοεμτζή

Ο Τύπος της εποχής τον χαρακτήρισε “κτήνος” και συχνά αναφερόταν σε εγκληματίες ως “κοεμτζήδες”. Καταδικάστηκε τρεις φορές σε θάνατο και οκτώ φορές σε ισόβια, για ανθρωποκτονίες από πρόθεση. Ωστόσο, αποφυλακίστηκε από τις φυλακές Πατρών στις 29 Μαρτίου του 1996 μετά από 23 χρόνια συνεχούς φυλάκισης.

Μετά την αποφυλάκισή του, πωλούσε την αυτοβιογραφία του έξω από τα δικαστήρια της Ευελπίδων. Επίσης, τις Κυριακές στο Μοναστηράκι, υπογράφοντας αφιερώσεις στην πρώτη σελίδα. Πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου 2011 στο Μοναστηράκι, σε ηλικία 73 ετών. Ο θάνατός του προήλθε από έμφραγμα, που έπαθε την ώρα που πωλούσε βιβλία στο τραπεζάκι του.

Στην αυτοβιογραφία του με τίτλο «Το μακρύ ζεϊμπέκικο», ο Νίκος Κοεμτζής δεν επιχείρησε να «αθωώσει» τον εαυτό του με την παραδοσιακή έννοια. Αντιθέτως, παρουσίασε τις πράξεις του ως το αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας έκρηξης ενός ανθρώπου που ένιωθε πνιγμένος από το σύστημα και την αδικία.Περιγράφει ότι εκείνη τη στιγμή δεν είχε πλήρη συνείδηση των πράξεών του. Ενέργησε «σαν ρομπότ» ή κυριευμένος από ένα «θηρίο» που έκρυβε μέσα του. Υποστήριξε ότι δεν θυμόταν τη σφαγή. Όμως, προσπαθούσε μάταια αργότερα να ανασύρει μια εικόνα από το μακελειό. Ισχυρίστηκε ότι η αντίδρασή του πυροδοτήθηκε από τον φόβο ότι οι αστυνομικοί θα σκότωναν τον αδελφό του, Δημοσθένη, ο οποίος χόρευε. Εξέλαβε την παρέμβασή τους στην «παραγγελιά» όχι μόνο ως προσβολή, αλλά και ως άμεση απειλή.

Συνέδεσε την ψυχολογική του κατάσταση με τα βιώματα της οικογένειάς του (διώξεις λόγω αριστερού παρελθόντος) και τις δικές του εμπειρίες με την αστυνομία. Αυτά τον οδηγούσαν σε μια διαρκή αίσθηση ασφυξίας από το καθεστώς της δικτατορίας. Χαρακτηριστική είναι η φράση του: «Δεν θόλωσα. Πνίγηκα σας λέω», θέλοντας να δείξει ότι η πίεση χρόνων ξέσπασε σε μια στιγμή.

Ο σκηνοθέτης Παύλος Τάσιος μετέφερε την ιστορία στη μεγάλη οθόνη, δημιουργώντας μια από τις πιο εμβληματικές ταινίες του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Η ταινία “Παραγγελιά” παρουσιάζει τον Κοεμτζή (τον οποίο υποδύθηκε ο Αντώνης Αντωνίου) ως θύμα της κοινωνικής περιθωριοποίησης και της κρατικής βίας. Επιπλέον, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1980, η ταινία αποθεώθηκε, κερδίζοντας 5 βραβεία (Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Α’ Ανδρικού Ρόλου κ.α.).

Ο Διονύσης Σαββόπουλος, επηρεασμένος από την ιστορία, έγραψε αυτό το επικό τραγούδι (διάρκειας 15 λεπτών) για τον δίσκο «Η Ρεζέρβα» (1979). Το τραγούδι προσπαθεί να ιχνηλατήσει την ψυχοσύνθεση του Κοεμτζή και το κλίμα της εποχής, αποφεύγοντας την απλή καταδίκη ή την αγιοποίηση.

Διαδώστε το Εδώ ζεις