Το 1876 αναγκάστηκε να επιστρέψει οριστικά στην Αθήνα, όπου άνοιξε δικό του εργαστήριο. Την περίοδο αυτή φιλοτέχνησε δύο από τα σημαντικότερα έργα της πρώτης φάσης της καλλιτεχνικής του δημιουργίας: τον Σάτυρο που παίζει με τον έρωτα (1877), για το πρόπλασμα του οποίου είχε τιμηθεί με χρυσό μετάλλιο σε έκθεση του Μονάχου το 1875, και την Κοιμωμένη (1878) στον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη, στο Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας. Τα έργα αυτά, όπως και τα άλλα της ίδιας περιόδου, χαρακτηρίζονται από τη ρεαλιστική απόδοση και την εξαιρετική χρησιμοποίηση των διδαγμάτων του κλασικισμού.
Το 1878 εκδηλώθηκαν τα πρώτα συμπτώματα ψυχικής ασθένειας. Η ασθένεια αυτή, κληρονομική σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, είτε οφείλεται σε κάποια ερωτική απογοήτευση, είτε αποτέλεσε εκδήλωση του εξαιρετικά ευαίσθητου ψυχισμού του, τον οδήγησε στη διακοπή της εργασίας του για σαράντα ολόκληρα χρόνια και στον εγκλεισμό του στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας το 1888, ως πάσχοντα από άνοιαν.

Ένα μικροσκοπικό κεφάλι ανδρικής μορφής από πηλό, που το έκανε στο Ψυχιατρείο και είναι το μοναδικό που σώζεται, αποδεικνύει ότι δεν είχε χάσει τη δημιουργική του διάθεση. Η μορφή αυτή, δουλεμένη εντελώς λιτά, με το πρόσωπο ακατέργαστο και εν μέρει παραμορφωμένο, θα μπορούσε να είναι μια τραγική αυτοπροσωπογραφία του.
Την περίοδο που ακολούθησε ο Χαλεπάς, κλεισμένος στον εαυτό του, σε τρομερή ανέχεια, βρίσκεται κάτω από την αυστηρή επιτήρηση της μητέρας του, που καταστρέφει τα έργα που πλάθει σε πηλό, θεωρώντας τη γλυπτική υπαίτια για την ασθένειά του.
Ο θάνατος της μητέρας του το 1916 φαίνεται ότι υπήρξε καθοριστικός. Ο καλλιτέχνης, απερίσπαστος πια, αρχίζει να εργάζεται εντατικά, φιλοτεχνώντας ως το θάνατό του ένα σημαντικό αριθμό έργων, που έμειναν όμως στο στάδιο του προπλάσματος σε πηλό.