Η συνήθεια που καθιέρωσε την «τσαγκαροδευτέρα»…

Η Ελλάδα παλιά...

Ένα πολύ συνηθισμένο επάγγελμα των περασμένων χρόνων ήταν αυτό του τσαγκάρη. Δουλειά του ήταν να φτιάχνει και να επισκευάζει παπούτσια. Φορούσε μια ποδιά που κρεμόταν από το λαιμό μέχρι τα πόδια του, για να μην λερώνονται, και δούλευε για ώρες, σκυμμένος πάνω από τον πάγκο του.

Το τσαγκαράδικο, ο χώρος όπου ήταν στημένος ο πάγκος του με όλα τα σύνεργα, ήταν ανοιχτό απ’ το πρωί μέχρι αργά το βράδυ. Στον πάγκο βρίσκονταν, βελόνες, σακοράφες, σουβλιά, σφυράκια, λίμες, τανάλιες καλαπόδια, που έβαζε μέσα στο παπούτσι. Η κατασκευή των παπουτσιών ήταν εξ ολοκλήρου χειροποίητη. Δεν υπήρχαν τότε κόλλες και μηχανές. Ήταν ραφτά και καρφωτά.

Όταν ερχόταν ο πελάτης για να παραγγείλει ένα ζευγάρι παπούτσια, τον έβαζε ο τσαγκάρης να πατήσει πάνω σ’ ένα χοντρό πετσί και με ένα μολύβι, που το σάλιωνε προηγουμένως, ζωγράφιζε το πέλμα του. Για να κατασκευάσει τα παπούτσια ο τσαγκάρης αγόραζε το δέρμα. Τα δέρματα ήταν δύο ειδών, τα ψιλά που τα χρησιμοποιούσε για το πάνω μέρος του παπουτσιού και τα χοντρά, με τα οποία έφτιαχνε το κάτω μέρος, τις σόλες δηλαδή.

Οι τσαγκάρηδες δε δούλευαν την Δευτέρα, ήταν «Τσαγκαροδευτέρα». Γι’ αυτό πειράζουν όσους δεν εργάζονται κάποια μέρα λέγοντάς τους «Τσαγκαροδευτέρα είναι σήμερα;». Η φράση αυτή στηρίζεται στη συνήθεια που είχαν παλιά οι τσαγκάρηδες και ιδίως οι μπαλωματήδες της παλιάς Αθήνας αυτοί που έκαναν μόνο επιδιόρθωση των παπουτσιών και ήταν υπαίθριοι, οι οποίοι με ένα μεγάλο σακί γύριζαν στις γειτονιές για να μαζέψουν τα παπούτσια. Παρατηρήθηκε ότι ποτέ δεν περνούσαν τη Δευτέρα, ούτε και το μαγαζί τους άνοιγαν. Από αυτή τη συνήθεια βγήκε και η φράση…

 3,513 total views,  3 views today