Οι Βαυαροί ήθελαν να μας μάθουν πόλκα όταν εμείς χορεύαμε… ρεμπέτικα

Η Ελλάδα παλιά...

Πλέον, ανήκει επίσημα στον κατάλογο μνημείων άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco.

Ο λόγος για το ρεμπέτικο τραγούδι που εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και απέκτησε τη γνώριμη μορφή του, περίπου μέχρι την τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Εξελίχθηκε στα λιμάνια πόλεων όπου ζούσε η εργατική τάξη, τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη, την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη και στη συνέχεια πέρασε και σε άλλα αστικά κέντρα.

Τα πρώτα ρεμπέτικα ακούσματα άρχισαν να σημειώνονται στην Αθήνα στις φυλακές του Μεντρεσέ, το 1834, τα λεγόμενα μουρμούρικα. Την ίδια εκείνη εποχή οι Βαυαροί προσπαθούσαν να εισαγάγουν στη τότε αθηναϊκή κοινωνία τις καντρίλιες και την πόλκα. Αντίθετα, στη πλατεία του Ψυρρή τα μουρμούρικα, και τα σεβνταλίτικα άρχισαν να βρίσκουν ανάπτυξη. Στις αρχές του 1900 τα ρεμπέτικα αποτελούσαν το λαϊκό τραγούδι των φτωχών συνοικιών των κυριοτέρων πόλεων.

Την ίδια εποχή εμφανίζονται στον Πειραιά ως πρωτορεμπέτικα τα λεγόμενα γιαλάδικα, που πήραν τ’ όνομά τους από τη συχνά επαναλαμβανόμενη λέξη γιάλα -γιάλα ή αμάν γιάλα ή γιαλελέλι. Μετά το 1922 έγινε μίξη των τραγουδιών μ’ εκείνα της Μικράς Ασίας και του Βοσπόρου, με έντονη την εμφάνιση του αμανετζίδικου λαϊκού τραγουδιού. Τότε εμφανίζονται και τα περισπούδαστα του είδους καφέ αμάν όπου το ρεμπέτικο τραγούδι άρχισε ν’ αναπτύσσεται ευρύτατα μέχρι το 1936 όταν και απαγορεύτηκαν θεωρούμενα τουρκοειδή.

«Η τετράς η ξακουστή του Πειραιώς», όπως αυτοαπακαλούνταν, ήταν η πρώτη ρεμπέτικη κομπανία που συστάθηκε στην Ελλάδα, το καλοκαίρι του 1934. Το σχήμα αποτελούνταν από τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Γιώργο Μπάτη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστη Δελιά. Η πρώτη εμφάνισή τους γίνεται στο καφενείο Η μάντρα του Σαραντόπουλου, στην περιοχή της Ανάστασης στο Κερατσίνι.

Κορυφαία προσωπικότητα του ρεμπέτικου αναδεικνύεται αυτή την περίοδο ο Βασίλης Τσιτσάνης. Μετά την απελευθέρωση το ρεμπέτικο αρχίζει να καταξιώνεται ως λαϊκή μουσική ευρείας αποδοχής και βγαίνει από το περιθώριο. Εμφανίζονται νέοι τραγουδιστές όπως η Σωτηρία Μπέλλου και ο Πρόδρομος Τσαουσάκης

Οι περισσότεροι μελετητές θεωρούν ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950 το ρεμπέτικο, στη γνήσιά του μορφή, πεθαίνει και δίνει τη θέση του σε μια νεότερη μορφή του ρεμπέτικου το λεγόμενο αρχοντορεμπέτικο το οποίο και άνοιξε το δρόμο της ευρύτερης πλέον αποδοχής του μουσικού είδους και του μεταγενέστερου λαϊκού τραγουδιού. Γνωστοί καλλιτέχνες του είδους είναι οι: Ζακ Ιακωβίδης, Κώστας Καπνίσης, Tάκης Μωράκης, Γιώργος Μουζάκης και άλλοι.

Ειδικότερα για τους ρεμπέτες χαρακτηριστικοί υπήρξαν οι «αισιόδοξοι» στίχοι δύο κλασικών ρεμπέτικων τραγουδιών:

Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά εμένα μ’ αγαπούνε,

μόλις θα μ’ αντικρύσουνε θυσία θα γενούνε. (στίχοι, σύνθεση Μ. Βαμβακάρη)

——————————————————————–

Εβίβα ρεμπέτες εβίβα παιδιά, μες’ τη ρεμπέτικη τούτη βραδιά.

Παίξε μπουζούκι μου κι όχι πολλά, λίγα χρόνια και καλά. (στίχοι σύνθεση Απ. Καλδάρα)