Επιτάφιος Θρήνος… Η πιο φορτισμένη, συγκινησιακά, στιγμή… προς την κορύφωση

Εμπνεύσεις... τέχνης

Η Μεγάλη Παρασκευή και ο Επιτάφιος είναι η πιο φορτισμένη συγκινησιακά στιγμή της Μεγάλης Εβδομάδας, καθώς κορυφώνεται το Θείο Δράμα, με τη Σταύρωση και τον ενταφιασμό του Ιησού Χριστού, στην πορεία προς την Ανάσταση και το Πάσχα.

Ως εικόνα, ο Επιτάφιος αναπαριστά το σώμα του Ιησού Χριστού μετά την Αποκαθήλωση από τον Σταυρό, σε στάση προετοιμασίας για την ταφή του. Η σκηνή αυτή προέρχεται από το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον (ιθ΄ 38-42). Η αρχαιότερη σωζόμενη κεντητή εικόνα Επιταφίου (περ. 1200), που φυλάσσεται στη Βενετία, είναι αυτής της μορφής.

Πιστοί, σε περιοχές του τόπου μας, συνηθίζουν να πίνουν την Μεγάλη Παρασκευή λίγο ξύδι, εις ανάμνηση αυτού που έδωσαν στον Ιησού, όταν ζήτησε νερό τις τελευταίες στιγμές της επίγειας ζωής Του. Δεν γίνεται καμία εργασία την ημέρα αυτή. Αντιθέτως, συνηθίζεται οι πιστοί να επισκέπτονται τους τάφους των νεκρών συγγενών και φίλων, προσδοκώντας, μαζί με την Ανάσταση του Κυρίου και την δική τους.

Στην Κρήτη συνηθίζουν να βράζουν σαλιγκάρια και να πίνουν το ζουμί τους, που είναι σαν χολή. Το μεσημέρι, μετά την Αποκαθήλωση του Κυρίου, νεαρά κορίτσια στολίζουν τον επιτάφιο με ανοιξιάτικα λουλούδια (βιολέτες, τριαντάφυλλα και μενεξέδες) και φτιάχνουν στεφάνια ή γιρλάντες, ενώ ψέλνουν το μοιρολόι της Παναγίας. Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας αυτή τη μέρα, φτιάχνεται ένα ομοίωμα του Ιούδα το οποίο είτε καίγεται είτε πυροβολείται και εν συνεχεία καίγεται.

Τα λουλούδια από τον επιτάφιο και ιδιαίτερα αυτά που ακουμπούν στο σώμα του Χριστού τα κρατούν για φυλαχτό ή στο εικονοστάσι. Τα κεριά του επιταφίου, καθώς και αυτά που καίνε στο σταυρό τα μοιράζονταν μεταξύ τους οι οικογένειες.  Όταν έβρεχε ή άστραφτε ή έριχνε χαλάζι άναβαν το κερί, σταύρωναν τα σύννεφα και πίστευαν ότι σταματούσε. Κυρίως όμως το κερί το έπαιρναν μαζί τους οι ναυτικοί στο ταξίδι για να χρησιμοποιήσουν σε περιπτώσεις επικίνδυνης θαλασσοταραχής ή ανεμοστροβίλων (τρούμπας).

Αι Γενεαί Πάσαι (ω γλυκύ μου έαρ)

«Αι γενεαί πάσαι, ύμνον τη Ταφή Σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.
Καθελών του ξύλου, ο Αριμαθείας, εν τάφω Σε κηδεύει.
Μυροφόροι ήλθον, μύρα σοι, Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως.
Δεύρο πάσα κτίσις, ύμνους εξοδίους, προσοίωμεν τω Κτίστη.
Ούς έθρεψε το μάννα, εκίνησαν την πτέρναν, κατά του ευεργέτου.
Ιωσήφ κηδεύει, συν τω Νικοδήμω, νεκροπρεπώς τον Κτίστην.

Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;
Υιέ Θεού παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πώς πάθος κατεδέξω;
Έρραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι.
Ω Τριάς Θεέ μου, Πατήρ Υιός και Πνεύμα, ελέησον τον κόσμον.
Ιδείν την του Υιού σου, Ανάστασιν, Παρθένε, αξίωσον τους δούλους σου».

Το έργο της φωτογραφίας “Επιτάφιος” (1893), είναι του ζωγράφου, Θεόδωρου Ράλλη.

Σύνολο επισκέψεων 1,660 , Σήμερα 3